1.1.11

1.1.11

Ο αριθμός 1 συμβολίζει την αρχή. Always has, always will.



Χτες, Πρωτοχρονιά, ήμουν με αγαπημένα πρόσωπα, όπως έπρεπε να είναι. Φίλους παλιούς που συνεχίζω να αγαπώ και να βλέπω ακόμα, αν και σπανιότερα.

Το σύνθημα της βραδιάς ήταν Save the date καθώς οι μισοί μας ανακοίνωσαν ότι παντρεύονται το καλοκαίρι. Οι άλλοι μισοί χάρηκαν και μάλλον ένιωσαν περίεργα.

Και σήμερα τι; Σήμερα θα πάω σε μια γιορτή της άλλης μου παρέας. Από αυτές που παλιά κανονίζαμε όλοι μαζί σε μαγαζί που συνήθως είχαμε πρώτα κάνει στέκι. Αυτή τη φορά απλά έλαβα ένα μήνυμα στο facebook για το πού θα ήταν το πάρτυ και έπρεπε να ψάξω το μαγαζί στο χάρτη. Έπρεπε να ήμουν ήδη εκεί, αλλά ακόμα είμαι βουτηγμένος στα όσα θέλω να είναι διαφορετικά.

Αλλά έτσι είναι. Όλα αλλάζουν.

Ψέματα. Το παίρνω πίσω. Δεν αλλάζουν. Εμείς τα αλλάζουμε.

Μια αλλαγή που κάνω και επηρεάζει άλλους, όπως είναι ο χρόνος που περνάω μαζί τους, είναι κάτι που οι άλλοι το βιώνουν διαφορετικό καθώς με βλέπουν λιγότερο. Αλλά δεν άλλαξε μόνο του. Εγώ το άλλαξα.

Και αυτό με φέρνει σε ένα θεματάκι που δε γουστάρω στις γιορτές. Όλοι ξαφνικά είναι τόσο για λίγο. Ντύνονται, αρωματίζονται, φοράνε ένα χαμόγελο και εύχονται τόσο ωραία πράγματα. «Χρόνια πολλά. Καλή χρονιά. Με ευτυχία, υγεία και αγάπη το 2011.»

Όλοι μας γινόμαστε πομποδέκτες ευχών.

Το πρόβλημα μου είναι πως μένουμε εκεί. Στην ευχή. Στη θεωρία. Και τα παίρνω. Η ευχή δεν είναι μόνο ανούσια. Είναι και επικίνδυνη. Μας κάνει να επαναπαυόμαστε στην απραξία.

Γι αυτό ας μην έχουμε μια καλή χρονιά. Ας τη δημιουργήσουμε.

23.12.10

A little less than perfect

Έχει πλάκα.

Όταν μπαίνεις σε άλλους ρυθμούς, όταν ξυπνάς βίαια από μια πραγματικότητα την οποία εσύ ο ίδιος δημιουργείς για τον εαυτό σου και συντηρείς. Αλλά έτσι είναι όταν βρεις αυτό που σου κάνει κλικ.

Δε σε ενδιαφέρει κάτι άλλο. Βρίσκεις όλα τα άλλα βαρετά και ανούσια. Γιατί αυτό είναι εκεί και όχι μόνο σου πηδάει τον εγκέφαλο αλλά σου κάνει και ένα roleplaying σενάριο στο οποίο ο εγκέφαλός σου βιάζεται από μια ορδή από [insert desired creatures].

Και δε βρίσκεις χρόνο για κάτι άλλο. Οι φίλοι σου δε σε καταλαβαίνουν, δε σε βλέπουν άλλωστε σχεδόν καθόλου. Ακόμα και στο τηλέφωνο δε μπορείς να βγεις όλες τις ώρες. Και είναι δύσκολο να το καταλάβεις αυτός που σε καλεί αν είναι λίγο πιο χαλαρός, λίγο πιο λάιτ, λίγο σε άλλη φάση.

Αλλά συνεχίζεις να τρέχεις. Γιατί σ' αρέσει, γιατί μπορείς, γιατί θες να δεις πού μπορείς να φτάσεις.

Ώρες-ώρες μάλιστα νιώθεις σαν να είσαι σε μία από αυτές τις ταινίες τύπου Indiana Jones όπου τρέχεις εσύ μπροστά και σε ακολουθεί κατά πόδας κάτι. Ένα τσουνάμι, ένας σεισμός που γκρεμίζει το έδαφος κάτω από τα πόδια σου, μια ορδή από πεινασμένους σκορπιούς-ζόμπι που έχουν να φάνε από την εποχή των Φαραώ.

Πού και πού βγάζεις το κεφάλι έξω να ανασάνεις. Σήμερα ένα πάρτυ, αύριο ένα ποτό, μεθαύριο ένα PlayStation. Αλλά το πάρτυ είναι μιας συνεργάτιδας εταιρείας, το ποτό είναι σε πελάτη σου, το PlayStation το πήρες χωρίς παιχνίδια για να δεις τι δυνατότητες έχει για να το αξιοποιήσεις για μια δουλειά.

Πονάει, αλλά σ' αρέσει.

Περίεργο.

13.9.10

Η δεύτερη ευκαιρία..



Πάνε εικόσι χρόνια.

Εγώ την ήθελα σαν τρελλός. Εκείνης απλά δεν της ήμουν τελείως αδιάφορος.

Όταν την είχα γνωρίσει ήμασταν οκτώ χρονών. Το μόνο που με ενδιέφερε ήταν να με κεράσει ο θείος της κάνα παγωτό από το ψιλικατζίδικο.

Πόσο είχαν αλλάξει τα πράγματα...

Το μυαλό μου κολλούσε όποτε ήμουν μαζί της. Δεν ξέρω αν ήταν ο τρόπος που τα κατάμαυρα μαλλιά της πέφτανε μπροστά από τα μάτια της όταν έπαιρνε παραγγελίες ή ο ιδρώτας που σχηματιζόταν στο λαιμό της ή το ειλικρινές χαμόγελό της, αλλά κάτι απλά με παρέλυε.

Χαιρόμουν μόνο και μόνο που την έκανα να γελάει. Ξεκινούσε με το να μεγαλώνει τα μάτια της, να σχηματίζει λακάκια και στα δυο της μάγουλα και μετά να ανοίγει το στόμα της και να γελάει δυνατά. Αν και μόνο 20 χρονών, γελούσε σαν γυναίκα, όχι σαν κοριτσάκι.

Ένα βράδυ πήγα στο μπαράκι που δούλευε. Δεν υπήρχαν κινητά τότε, οπότε ένα λάθος στη συνεννόηση με τα φιλαράκια σήμαινε ότι θα έμενα μόνος όλο το βράδυ.

Πλησίασα το μπαρ. Εκείνη ήρθε αμέσως και με ρώτησε αν θέλω να πιω κάτι. Της απάντησα «Ναι, εσένα!» σαν να είχα εφεύρει την πιο έξυπνη ατάκα.

Εκείνη έβγαλε ένα μεγάλο ποτήρι, έβαλε μέσα το χέρι της και μου έγνεψε. Εγώ δεν κατάλαβα τι εννοούσε.

«Να με πιείς δεν ήθελες; Ορίστε, είμαι στο ποτήρι.», μου απάντησε κάνοντας τα μάτια της προς τα πάνω αποδοκιμάζοντας το ότι δεν την έπιασα με την πρώτη.

Και εγώ φυσικά, έμεινα με το στόμα ανοιχτό με τη σπιρτάδα της.

«Σχολάω στις 4,» μου λέει, «θα με περιμένεις;»

...

[Η συνέχεια στο Amstel-Eco Trash Stories, όπου θα ήθελα και την πράσινη ψήφο σας στο τέλος.]

27.4.10

Stolen

Είναι μερικές φορές να σε θέλει.

Η μέρα μου ξεκινάει με ραντεβού σε πελάτη στο Μαρούσι, μια ώρα δρόμος από το Φάληρο. Κατεβαίνω στο γκαράζ, ψάχνω το αμάξι, πουθενά το αμάξι.

Παθαίνω ένα από αυτά τα μίνι εγκεφαλικά μέχρι να συνειδητοποιήσω ότι για μια ακόμη φορά το άφησα εκτός γκαράζ χτες γιατί νόμιζα ότι θα φύγω πάλι στα γρήγορα μετά το γραφείο. Στην πορεία κατάλαβα ότι δεν τό'χα και την έπεσα νωρίς για ύπνο.

Πατάω το κουμπάκι στο τηλεκοντρόλ, καμία αντίδραση από το αμάξι. Βρε κλικ. Κλικ σου λέω! Εμπρός καλό μου κουμπάκι! Τίποτα. Με τα πολλά, βγάζω το μικρό κλειδάκι που κρύβει το τηλεκοντρόλ και άνοιξα το αμάξι χειροκίνητα.

Πάνω που σκέφτομαι ότι πρέπει να αλλάξω μπαταρίες, συνειδητοποιώ ότι από το αμάξι λείπει η κεραία. Κοιτάω δεξιά, κοιτάω αριστερά, πουθενά η κεραία μου.

Βιάζομαι, πρέπει να πάω σε ραντεβού, δεν έχω χρόνο να ψάχνω κάτω από αμάξια για τη χαμένη κεραία, οπότε αποδέχομαι την απώλεια και προχωράω. Μαζί με τις μπαταρίες πρέπει να αντικαταστήσω και την κεραία.

Πάω στο Μαρούσι, βλέπω το πελατάκι (είναι από τα πελατάκια που χαίρομαι να βλέπω), και γυρνώντας κάπου στο Hilton μιλάω με το hands-free του iPhone, αυτά τα άσπρα ακουστικάκια. Δεν έχω ακόμα αξιωθεί να συνδέσω το bluetooth κι έτσι τη βγάζω με αυτά.

Κι εκεί κάπου με σταματάει ένας τροχαίος.

Φρρρρρ, μου σφυράει.

«Τι να θέλει κι αυτός τώρα», σκέφτομαι και κλείνω το τηλέφωνο στο συνομιλητή μου.

- Άδεια και δίπλωμα, κύριε.
- Μάλιστα.
- Τι είναι αυτό; Ξένο δίπλωμα; Ελληνικό δεν είναι το αμάξι;
- Μάλιστα.
- Και έχετε ξένο δίπλωμα;
- Μάλιστα.
- Δικό σας είναι το αμάξι;
- Μάλιστα.

Με κοιτάει καλά - καλά μέσα από το σκούρο πράσινο ray ban γυαλί. Εγώ κοιτάω τάχα μου ανήσυχος την κίνηση που έρχεται πίσω μου προσπαθόντας να του δείξω ότι δεν έχουμε κάτσει καλά στη δεξιά λωρίδα, μπας και φύγουμε μια ώρα αρχίτερα.

- Μιλούσατε στο τηλέφωνο, κύριε. Το ξέρετε ότι απαγορεύεται;
- Μα δε μιλούσα στο τηλέφωνο.
- Μιλούσατε στο τηλέφωνο! Σας είδα που ήσασταν καλωδιομένος.
- Καλωδιομένος ήμουν, αλλά δε μιλούσα.
- Και τι κάνατε;
- Άκουγα μουσική.
- Τι μου λέτε κύριε; Ακούγατε μουσική από το κινητό σας;
- Μάλιστα.
- Και θέλετε να το πιστέψω;
- Μα δεν έχω λόγο να σας πω ψέματα!
- Και γιατί δεν ακούγατε μουσική από το ραδιόφωνό σας, κύριε;
- Αν κοιτάξετε πίσω, θα δείτε ότι μου λείπει η κεραία. Αυτό έγινε προ δύο μηνών περίπου. Τηλεφώνησα στην αντιπροσωπεία και μου είπανε ότι κάνει 55 ευρώ και δεν έχω να τα δώσω για να πάρω άλλη ακόμα. Οπότε ακούω μουσική έτσι.
- Μάλιστα...

Σκύβει, ρίχνει μια δεύτερη ματιά στο αμάξι να δει μπας και υπάρχει κάτι που δεν του αρέσει.

Μάλλον δε βρίσκει τίποτα καθώς μου κάνει με το χέρι νόημα να φύγω.

Μα είναι τρόποι αυτοί; Ούτε ένα αντίο; :)

16.4.10

Hunters

Αγαπητές γυναίκες,

Είναι εκλπληκτικό το πόσα νεύρα, πόση τσαντίλα, πόσο θυμό και πόση απογοήτευση κρύβετε μέσα σας. Αλλά κυρίως απογοήτευση. Αναρωτιέστε τόσο συχνά «Μα γιατί δε μου την πέφτει;» την ίδια τη στιγμή που καταρρίπτετε όλους τους άλλους με το να μην είστε ανοιχτές.

Και εξακολουθείτε να αναρωτιέστε γιατί δεν σας στην πέφτει. Σοβαρά τώρα;

Δε σας την πέφτει γιατί η απόρριψη είναι επίπονη. Γιατί δεν το πιστεύει αρκετά. Γιατί μέσα στο μυαλό του σε έχει για μια θεά που επιλέγει άνδρες από μια μακριά λίστα από λατίνους εραστές, σοφιστικέ διανοούμενους και πετυχημένους επιχειρηματίες. Γιατί το έχει κάνει σε άλλες και έχει φάει τα μούτρα του.

Δεν σας την πέφτει επειδή πιστεύει ότι δεν έχει κάτι να σας δώσει που θα σας ενδιαφέρει. Επειδή μια ακόμα απόρριψη πιστεύει ότι τον φέρνει πιο κοντά στη στειρότητα.

Γιατί έτσι είναι τα πράγματα. Αν δε μπορεί ένας άνδρας να προσεγγίσει μια γυναίκα είναι εξ' ορισμού στείρος. Δε θα διαιωνίσει το είδος του, δε θα συνεχίσει το όνομά του.

Ακόμα δεν έχουμε ξεφύγει από την παλαιολιθική εποχή όπου το να είσαι καλός κυνηγός σημαίνει ότι επιλέγεις με ποιόν θα είσαι.

Και είναι κρίμα που το πρώτο κριτήριο είναι αυτό, γιατί κάποιοι εκεί έξω είναι διατεθιμένοι να δώσουν τόσα πολλά πράγματα που θα θέλετε μετά στη σχέση. Έχουν μαθει να αγαπάνε, να νοιάζονται, να ακούνε, να δίνουνε. Απλά δεν έχουν μάθει να κυνηγάνε.

Και μένουν μόνοι. Οπότε την επόμενη φορά, ρίξτε μια δεύτερη ματιά και σ' εκείνον που δεν κυνηγάει. Ίσως να κάνει άλλα πράγματα.

Ευχαριστώ.

26.3.10

Λίιιζα, μπανάαανα!



Λίζα. Ιχθύς στο ζώδιο. Εικοσι τεσσάρων Μαρτίων.

Γέννημα θρέμα κορίτσι βορείων προαστίων που κατεβαίνει στα νότια μόνο το καλοκαίρι για να πάει στα παραλιακά κλαμπ της Βούλας.

Εμφανίζεται συνήθως με το τρίπτυχτο αμαξάκι Mini, τσάντα Louis Vuitton, παπούτσια Louboutin, αν και η αλήθεια είναι ότι το καλοκαίρι είναι πιο χαλαρή.

Γενικά είναι το είδος γυναίκας που οι άνδρες εκλαμβάνουν ως sexy bitch. Στην πραγματικότητα δε διαφέρει και τόσο πολύ από τις περισσότερες γυναίκες της ηλικίας.

Απλά, λόγω του μεγάλου κοινωνικού της κύκλου, έχει αποκτήσει ελάχιστη υπομονή προς υποψηφίους κόλακες. Ενώ θα μπορούσε να έχει διαφορετικό άνδρα κάθε μέρα, και από μεγάλη επιλογή ωραίων ανδρών, μετά τους δύο πρώτους της άνδρες (τα στανταράκια: έναν οικογενειακό φίλο από το εξοχικό τους και ένα παιδί από το σχολείο της), άρχισε φυσικά να ψάχνει κάποιον που να την εξιτάρει εγκεφαλικά, καθώς έλεγε.

Κάποια στιγμή λοιπόν γνώρισε τον Ιάκωβο.

Ο Ιάκωβος ήταν μπαρμαν στο αγαπημένο της μπαράκι. Ή μάλλον, για να το θέσουμε ρεαλιστικά, ο Ιάκωβος ήταν μπάρμαν σε αυτό που αμέσως από εκείνη τη βραδιά και μετά έγινε το αγαπημένο της μπαράκι.

Η Λίζα τραβούσε όλη της την παρέα στο Huxley, γιατί της άρεσε η ατμόσφαιρα. Δεν ήθελε και πολύ να καταλάβουν όλοι, Ιάκωβου συμπεριλαμβανομένου, ότι η ατμόσφαιρα της άρεσε κάθε μέρα εκτός από Τρίτη και Τετάρτη που ο Ιάκωβος είχε ρεπό.

Κάθε βράδυ, η Λίζα κρατούσε διακριτική απόσταση από τη μπάρα. Πάνω απ' όλα ήταν μια κιουρία. Κρατούσε διακριτική απόσταση και έριχνε κλεφτιές ματιές μόνο όταν μπορούσε να τις δικαιολογήσει επειδή έλειπε κάποια κοκα κόλα από το τραπέζι της.

Η ιστορία αυτή τράβηξε τρεις μήνες, κατά τους οποίους η Λίζα αγνοούσε κάθε άλλο αρσενικό που προσπαθούσε να την προσεγγίσει. Τα βράδια σκεφτόταν τον Ιάκωβο, σε μια παραλία και μια φωτιά δίπλα στην οποία θα έκαναν έρωτα μέχρι το ξημέρωμα.

Σύντομα θα είχε την ευκαιρία της, γιατί όπως ο βήχας, έτσι και ο έρωτας.

Ένα βράδυ που το μπαράκι ήταν χαλαρό, οι ματιές τους διασταυρώθηκαν δυο-τρεις φορές πριν ο Ιάκωβος βγει από το μπαρ για να φέρει τα κερασμένα σφηνάκια στην κοριτσοπαρέα με τους δύο καληνυχτάκηδες – γκομενοφύλακες για τις δεσμευμένες και ταξιτζήδες για τις υπόλοιπες.

Μαζεύοντας τα σφηνάκια, ανταλλάξανε ονόματα.

Το ίδιο βράδυ, η Λίζα πήγε σπίτι χαρούμενη γυναίκα. Ο Ιάκωβος από κοντά ήταν ακόμα πιο ωραίος, με ωραίο χαμόγελο και σταρένιο δέρμα. Ήταν χειμώνας και δε μπορούσε να διακρίνει το πόσο γυμνασμένος ήταν, αλλά σίγουρα δε θα την απογοήτευε η θεά του σώματός του.

Δύο μέρες αργότερα, η Λίζα είχε γενέθλια, κάλεσε πολύ κόσμο στο μπαράκι και καθότι ήταν το birthday girl, θα μπορούσε να μιλήσει σε οποιονδήποτε χωρίς να καρφωθεί.

Ο Ιάκωβος κατάλαβε ότι αυτή ήταν η ευκαιρία του και χώθηκε. Πολύ εύκολα πήρε τηλεφωνάκι, έστειλε μηνυματάκι, έγινε το κοννέ.

Της είπε ότι επειδή δουλεύει βράδυ, δεν έχουν πολλά ελεύθερα βράδια να βγούνε, μόνο Τρίτη και Τετάρτη. Την Τρίτη εκείνη δε θα μπορούσε, οπότε της πρότεινε να βγούνε Τετάρτη.

Η Λίζα ήδη ένιωθε αρκετά οικεία μαζί του. Τον είχε δει άλλωστε πολλές φορές στο μπαράκι, οπότε δε χρειαζόταν και πολύ.

Πήγε και την πήρε με τη μηχανή, και πήγανε για σινεμά και βάφλα. Ωραίο ραντεβού. Τα πρώτα συνήθως είναι, ειδικά αν ο ενδιαφερόμενος έχει ήδη περάσει κάποια τεστ στο μυαλό της ενδιαφερόμενης και δεν έχει τίποτα να αποδείξει.

Το δεύτερο ραντεβού δόθηκε για μια μέρα που ο Ιάκωβος θα σχολούσε κατά τις 3 το βράδυ.

Εμείς το μάθαμε την άλλη μέρα το σκηνικό, καθώς μας το διηγόταν η Λίζα:

«Έρχεται και με παίρνει από το σπίτι. Είχα πει να μη βαφτώ πολύ αλλά είχα τόση πολλη ώρα στη διάθεση μου που επιτέλους χρησιμοποιήσα κι εκείνα τα γαλακτώματα που μου είχατε πάρει δώρο στα γενέθλιά μου.

Είχα κάνει και αποτρίχωση. Δεύτερο ραντεβού άλλωστε... καταλαβαίνετε.

Πάμε σε αυτή την αηδία, μια τρύπα κάπου στο κέντρο. Ήθελα νά'ξερα πού το βρήκε. Ευτυχώς μόνο ένα ποτό ήπιαμε, και μετά πρότεινε να πάμε για ένα δεύτερο στο σπίτι του. Ε, ήταν που ήταν μαλακία το μέρος, δε μου φάνηκε και τόσο κακή ιδέα.

Με το που μπαίνουμε στο ασανσέρ, αρχίζει να με φιλάει στο λαιμό. Ήταν καλός. Ήξερε τι έκανε ρε παιδί μου. Τον κρατάω σε απόσταση, αλλά όχι πολύ μεγάλη.

- Για ποτό δεν είπαμε;
- Φυσικά μωρό μου, μου λέει και μου χαμογελάει.

Μπαίνουμε σπίτι, μου βάζει ένα ποτό. Μόνο βότκα είχε, τι να κάνω, την ήπια. Μιλούσαμε περί ανέμων και υδάτων μέχρι που με ξαναφίλησε και μετά σταματήσαμε να μιλάμε.

Αρχίσαμε ωραία, αργά, μετά παθιασμένα. Πολύ πάθος. Μου έσκισε το καλτσόν και με άναψε ακόμα περισσότερο.

Αρχίσαμε να γδυνόμαστε. Έχει ένα πολύ ωραίο κορμί, αλλά πού νά'ξερα η γυναίκα, πού νά'ξερα...»

Καθώς ακούμε την ιστορία της Λίζας, κοιτιόμαστε περίεργα. Οι κοπέλες άρχισαν να τσιρίζουν από ανυπομονησία αφού ακούγανε γι αυτό το μπάρμαν για τρεις μήνες τώρα.
«Κορίτσια, καταστροφή. Ήταν μικρός.»
Σε απλά λίζικα, αυτό δεν αναφέρεται σε ηλικία. Αναφέρεται σε πόντους.

Ήταν θέμα το οποίο δεν είχε ξαναπέσει στο τραπέζι πρόσφατα, οπότε γρήγορα έγινε φλέγον.

«Και εκτός από μικρός, ήταν και μαλάκας.

Τον φιλούσα και τον χάιδευα στο αυτί μόνο. Με το που βγάζει το μποξεράκι, εγώ ήμουν κυρία. Στάθηκα στο ύψος των περιστάσεων και δε μπορώ να πω το ίδιο και για εκείνον!

Παίρνει το χέρι μου, το βάζει στο επίμαχο σημείο, και πιάνω κάτι. Στην αρχή νόμιζα ότι πιάνω κάτι άλλο. Δε μπορεί, λέω, κάτι λάθος έχω κάνει. Ή έχει τρία αρχίδια ή έχει κάποια τεράστια κρεατοελιά, δε μπορεί!

Αυτό ήταν μισή χούφτα πράμα.

Αρχίζω να τον χαϊδεύω πιο έντονα για να γουστάρει περισσότερο, αλλά δεν είδα αποτέλεσμα. Ξεκινάω να βογκάω, να γρατζουνάω, να δαγκώνω. Τζίφος!

Κάποια στιγμή το κατάλαβε και ο χριστιανός και μου κάνει:

- Μην τρελλαίνεσαι, δεν έχει άλλο, μέχρι εκεί πάει!

Ε, εκεί είναι που τρελλάθηκα!

- Τι μου λες τώρα; Κάθε μέρα επί τρεις μήνες περίμενα αύτη τη στιγμή και τώρα μου λες ότι αυτό είναι όλο! Ποιόν περιμένεις να ικανοποιήσεις με αυτό;

Και εκεί λοιπόν μου απαντάει με ένα ναρκιστικό χαμόγελο:

- ...Εμένα!»




Η ιστορία της, όπως ήταν φυσικό, μας κόλλησε για πολύ καιρό και φυσικά η Λίζα δεν ξαναπάτησε στο Huxley. Για κάποιο λόγο που ακόμα δε μπορούμε να εξηγήσουμε, ακόμα πιστεύει πως ο Ιάκωβος την είχε κερδίσει πρώτα εγκεφαλικά, παρόλο που τον γούσταρε επί τρεις μήνες πριν μιλήσουν για πρώτη φορά.

Εντάξει, καταλαβαίνω ότι οι γυναίκες είναι περίεργα όντα και κάποιες μπορεί να πιστεύουν στην τηλεπάθεια, οπότε δεν ξέρω αν ο Ιάκωβος την κέρδισε εγκεφαλικά, αλλά πάντως σίγουρα δεν την κέρδισε φαλλικά.



6.3.10

Julia

Η όλη φάση με τη Τζούλια έχει τελικά και κάτι καλό. Είχε ένα θετικό αποτελέσμα το οποίο θα απολαμβάνουν οι νέες γενιές για πολλά πολλά χρόνια και σίγουρα ήταν ανέβασε το επίπεδο σε κάτι που έλειπε από την Ψωροκώσταινα.

Το DVD της Τζούλιας κατάφερε να γίνει πιο καυτό θέμα συζήτησης σε οικογενειακές συνευρέσεις ακόμα και από τις ταινίες της Disney. Κατάφερε να είναι πιο politically correct θέμα συζήτησης από τις μειώσεις μισθών στο γραφείο.

Μάνα και κόρη μπορούσαν να απολαύσουν στο σαλόνι του σπιτιού τους αυτά που και οι δυό τους έχουν κάνει κάποια στιγμή (η μια πρόσφατα και η άλλη πιο πρόσφατα) και να μη νιώθουν ντροπή για τις ερωτικές τους επιθυμίες.

Μπορείς επιτέλους να πεις στη συναδέλφισσά σου στο γραφείο τα πράγματα που θέλεις να της κάνεις με ένα μπουκάλι σαμπάνια και εκείνη να σε κοιτάξει με βλέμμα συναινετικό, συνομωτικό και αν μη τι άλλο και λίγο ανυπόμονο.

Εν μία νυκτί έγινε εντελώς αποδεκτό για τις γυναίκες να μπορούν να μιλήσουν με οποιονδήποτε για όποια αντικείμενα με φαλλικό σχήμα έχουν χρησιμοποιήσει στο σεξ.

Έγινε δημόσιος διάλογος για το αν τελικά το σεξ είναι καλύτερο στο κρεβάτι ή στο μπάνιο ή σε ποιό από τα άλλα μέρη που όλες είχαν δοκιμάσει και καμία δεν συζητούσε για να μοιραστεί τη γνώση.

Ομοίως για το αν τελικά στην πίπα πρέπει να χρησιμοποιεί κανείς δύο χέρια ή ένα. Και καθώς για πολλές κοπέλες, η Τζούλια ήταν η πρώτα τους τσόντα, έθεσε τελικά το ερώτημα του πόσο χρόνο διαρκεί το μέσο γαμήσι και αν τελικά ο ρυθμός του γαμησιού στο DVD ήταν πολύ γρήγορος!

Εν τέλει, το DVD της Τζούλιας κατάφερε να κάνει πολλά κρυφά ποταμάκια να μιλήσουν επιτέλους βρώμικα στο κρεβάτι, αφού έτσι άλλωστε το κάνει και η εθνική μας (μα)στάρ. Μπορεί πλέον η καθεμία να πει τον εραστή της μαλάκα, να μιλήσει για το τι θα πρέπει εκείνος να της κάνω από πίσω και να τον πληροφορήσει για την κατάσταση της μήτρας της!

Η Τσούλια, καταφέρε επιτέλους να φέρει σε κάθε σπίτι, γραφείο, σχολείο τη σεξουαλική διαπαιδαγώγηση που έλειπε. Κατάφερε να μας κάνει όλους να νιώσουμε εθνικά περήφανοι καθώς μας κλείνει το μάτι και βροντοφωνάζει ως νέα Βούλα Πατουλίδου:

«Είμαι η Τζούλια και τα παίρνω στο πρόσωπο με χαμόγελο, bitches!»